Μπορούμε να ζήσουμε μια νέα δεκαετία του 1920 στην παγκόσμια οικονομία;

Μπορούμε να ζήσουμε μια νέα δεκαετία του 1920 στην παγκόσμια οικονομία;

Μία από τις πιο δημοφιλείς απόψεις τους τελευταίους μήνες είναι ότι η πανδημική ύφεση θα ακολουθηθεί από εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η παγκόσμια οικονομία θα

κινηθεί με έναν τρόπο που θα θυμίζει τα roaring 1920s. Ωστόσο, μια ματιά στις πραγματικές δυναμικές της παγκόσμιας οικονομίας δείχνει ότι τα πράγματα κινούνται σε μια κάπως πιο σύνθετη κατεύθυνση.

Καταρχάς χρειάζεται να δούμε ποια είναι τα όρια της τρέχουσας ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι μέχρι το 2024 το παγκόσμιο ΑΕΠ θα παραμένει ακόμη 2,8% χαμηλότερο της εκτίμησης που υπήρχε ότι θα ήταν πριν από την πανδημία.

Μάλιστα, αυτή η συνεχιζόμενη απώλεια εισοδήματος σε σχέση με το πώς θα ήταν τα πράγματα χωρίς την πανδημία είναι ακόμη πιο μεγάλη στις αναδυόμενες οικονομία. Εξαιρώντας την Κίνα η απώλεια είναι κοντά στο 8% του ΑΕΠ και 4-6% στον υπόλοιπο Παγκόσμιο Νότο.

Ουσιαστικά, οι προβλέψεις που γίνονται για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ σε ετήσια βάση για τη δεκαετία που διανύουμε είναι για μια δεκαετία με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τη δεκαετία του 2010. Μόνο που αυτό σημαίνει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από μια δεκαετία που ούτως ή άλλως θεωρείτο μια δεκαετία που στην επαύριον της οικονομικής κρίσης του 2008 δεν χαρακτηρίστηκε από εκρηκτικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Τα όρια των «θετικών αποτελεσμάτων» – η αποσύνδεση πλούτου και ανάπτυξης
Προφανώς και διάφοροι οικονομικοί δείκτες παραμένουν εμφανίζονται θετικοί, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πραγματικά έχουμε μπει σε μια τροχιά εκρηκτικής ανάκαμψης.

Για παράδειγμα τα παγκόσμια εταιρικά κέρδη που υποχώρησαν κατά 35% το 2020, όντως δείχνουν να έχουν μια εντυπωσιακή ανάκαμψη φέτος, ωστόσο το πραγματικό ΑΕΠ θα παραμείνει 1,8% κάτω από το επίπεδό του πριν την πανδημία.

Και αυτό οδηγεί σε ένα πιο συνολικό ερώτημα που αφορά το εάν και σε ποιο βαθμό η συνεχιζόμενη μεγάλη συσσώρευση πλούτου σημαίνει και οικονομική ανάπτυξη.

Με στατιστικούς όρους αυτό που παρατηρείται είναι η αποσύνδεση της ιστορικής σχέσης ανάμεσα στην αύξηση της καθαρής αξίας και την αύξηση του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί και μια έκθεση της ΜcKinsey & Company. Αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο που αυξάνονται διαρκώς οι αποτιμήσεις διαφόρων στοιχείων ενεργητικού όπως τα ακίνητα ή οι μετοχές, χωρίς αυτό να αντανακλά και αντίστοιχες αυξήσεις του ΑΕΠ.

Φαινομενικά ο κόσμος μας είναι πλουσιότατος: η καθαρή αξία υπερτριπλασιάστηκε ανάμεσα στο 2000 και το 2020. Τα στοιχεία ενεργητικού αυξήθηκαν από 440 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2000 (13,2 φορές το ΑΕΠ) σε 1540 τρισεκατομμύρια το 2020 και η καθαρή αξία από τα 160 τρισεκατομμύρια στα 510 τρισεκατομμύρια.

Όμως, η αύξηση αυτή δεν ακολουθεί το ονομαστικό ΑΕΠ. Για την ακρίβεια είναι πολύ μεγαλύτερη. Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η αποταμίευση και η επένδυση αποτελούν μόνο το 28% της αύξησης της καθαρής αξίας. Το υπόλοιπο έχει να κάνει απλώς και μόνο με την αύξηση της αξία των στοιχείων ενεργητικού.

Στην πραγματικότητα τα φτηνά επιτόκια και οι μεγάλες αποδόσεις των ακινήτων σήμαιναν ότι από ένα σημείο και μετά οι υπεραξίες στα στοιχεία ενεργητικού είναι μεγαλύτερες από τα λειτουργικά κέρδη των επιχειρήσεων.

 

 

 

Η παράλληλη υπερχρέωση
Βεβαίως η παράλληλη αύξηση των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού (ανάμεσα στο 2000 και το 2020 αυξήθηκαν από 8,5 φορές το ΑΕΠ σε 12 φορές) συνοδεύτηκε και από παράλληλη αύξηση του χρέους.

Αυτό σήμαινε ότι για κάθε 1 δολάριο νέας επένδυσης, υπήρχε μια αύξηση 2 δολαρίων στο χρέος και 4 δολαρίων στις επισφάλειες.

Αυτό, όμως γεννά το ερώτημα εάν όλο αυτό είναι μια υπερτίμηση σε διαστάσεις «φούσκας» που απλώς αναμένει την αφορμή για να σπάει και να υπάρξει μια βίαιη διόρθωση ή ένα όντως έχουμε περάσει μια φάση συσσώρευσης πλούτου.

Όμως, και στις δύο περιπτώσεις το ερώτημα παραμένει εάν αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα αναπτυξιακή δυναμική.

Η δυσκολία «δημιουργικής καταστροφής»
Μια παράμετρος που ξεχνάμε συχνά σε αυτές τις συζητήσεις είναι ότι η περίοδος μετά το 1920 σφραγίστηκε και από μεγάλες φάσεις «δημιουργικής καταστροφής» (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Σουμπέτερ), δηλαδή μεγάλες φάσεις βίαιης απαξίωσης κεφαλαίων που δεν αξιοποιούνταν επαρκώς, παραγωγικών πρακτικών, τεχνολογιών, υποδομών με ταυτόχρονα εμφάνιση μεγάλων κυμάτων οργανωτικών και τεχνολογικών καινοτομιών.

Αντιθέτως τώρα θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο τρόπος που λειτουργεί η χρηματοοικονομική σφαίρα, τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, τα μεγάλα πακέτα δημόσιας χρηματοδότησης και η παράλληλη σταθερά μεγάλη αύξηση των αποτιμήσεων των κάθε λογής στοιχείων ενεργητικού, σημαίνουν ότι διαρκώς απομακρύνεται η «βίαιη» απαξίωση ακόμη και επιχειρήσεων που κανονικά απέχουν από τα επαρκή επίπεδα παραγωγικότητας και κερδοφορίας.

Ευρύτερα, διαμορφώνουν μια συνθήκη ότι η οικονομία κινείται ως εάν παράμετροι όπως η κερδοφορία και η πραγματική παραγωγικότητα να μην έχουν τον ίδιο καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των οικονομικών τάσεων.


Μπορούν να γίνουν άλματα στην παραγωγικότητα;
Οι στατιστικές δείχνουν ότι υπήρξε μια έκρηξη στην παραγωγικότητα ανάμεσα στο 1920 και το 1970. Αυτή στηρίχτηκε σε ένα φάσμα κοινωνικών και τεχνολογικών αλλαγών που είχαν προηγηθεί, σχηματικά από το 1870 και μετά, που όμως κυρίως χρειάστηκαν τη δεκαετία του 1920 για να τεθούν πλήρως σε εφαρμογή και να αρχίσουν να πυροδοτούν εντυπωσιακά άλματα στην παραγωγικότητα που συνεχίστηκαν και στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Η καθολική επέκταση του εξηλεκτρισμού, ο κινητήρας εσωτερικής καύσης, η χημική βιομηχανία, οι μεγάλες τομές στις μεταφορές μέσα σε λίγες δεκαετίες, ο τηλέγραφος, το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, συνολικά οι αλλαγές στις επικοινωνίες, μαζί βέβαια με τη νέα οργάνωση της εργασίας που έφεραν από τη μια το τεηλορικό-φορντικό εργοστάσιο αφετέρου οι βιομηχανίες συνεχούς ροής, όλα αυτά μεταφράστηκαν σε άλματα στην παραγωγικότητα.

Αντιθέτως, παρά τις τεράστιες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις που ακολούθησαν, από την ψηφιακή επανάσταση (και την τεχνητή νοημοσύνη), μέχρι τη βιοτεχνολογία και τις ΑΠΕ, βλέπουμε αυξήσεις αλλά όχι άλματα στην παραγωγικότητα.

Είναι αυτό το αποτέλεσμα κάποιων εμποδίων ή ανισορροπιών που δεν επιτρέπουν σε αυτές τις τεχνολογικές τομές να δείξουν τη δυναμική τους ή μήπως πέφτουμε πάνω σε πραγματικά όρια στην ανάπτυξη; Η συζήτηση είναι ομολογουμένως ανοιχτή.

Σε αυτό ας προσθέσουμε και μια παράμετρο ακόμη: οι απαιτήσεις αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία στο πλαίσιο της αναμέτρησης με την επικείμενη κλιματική αλλαγή είναι ομολογουμένως τεράστιες.

Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ο περιορισμός των παγκόσμιων μετακινήσεων, η επιλογή «ήπιων» και βιώσιμων πρακτικών, η ανακύκλωση θέτουν το ερώτημα εάν εκ των πραγμάτων κινούμαστε και υπό μια πίεση για «από-ανάπτυξη».

Την ίδια ώρα βέβαια, από τις τουρμπίνες των αιολικών πάρκων και το φωτοβολταϊκά μέχρι την κατασκευή των ηλεκτροκίνητων οχημάτων κανείς μπορεί να υποστηρίξει και ότι έχουμε την αφετηρία αντίστοιχα μεγάλων αναπτυξιακών αλμάτων.

Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι ότι μπορούμε να μιλάμε για έναν αυτονόητο ορίζοντα υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Ιδίως όταν παραμένει ανοιχτό το ερώτημα ενός παραγωγικού υποδείγματος που να μπορεί να απαντήσει ταυτόχρονα στις περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις τα εποχής.

 

powered by social2s