Ο Μητροπέτροβας, από την Γαράντζα (σημ. Άνω Μέλπεια) της επαρχίας Ανδρούσης, έδρασε στα Ορλοφικά (1770) και στη συνέχεια αγωνίστηκε εναντίον των Τούρκων και των Τουρκαλβανών, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη, πατέρα του αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Καμαρηνό. Όπως και όλη η οικογένειά του, συνδεόταν από τα παλιά χρόνια με τους Κολοκοτρωναίους και υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος του νεαρού Θεόδωρου στα πολεμικά.

Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Μητροπέτροβας, ηλικίας τότε 76 ετών, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που επαναστάτησαν στην Καλαμάτα. Ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος πήρε μέρος στις μάχες της Αρκαδίας, καθώς και στη μάχη του Βαλτετσίου όπου διακρίθηκε για τον ηρωισμό του, αντιμετωπίζοντας το μεγαλύτερο βάρος της ορμής των Τούρκων  χωρίς να υποχωρήσει και προκαλώντας τον θαυμασμό των ίδιων των εχθρών. Άφησε μνημεία αιώνια της μάχης στο Βαλτέτσι, τα λεγόμενα «ταμπούρια του Μητροπέτροβα και των Γαραντσαίων», διότι αυτά εβάσταξαν την επιδρομή του ιππικού των Τούρκων. Ο Μητροπέτροβας δεν διακρίθηκε όμως μόνο για τη γενναιότητά του αλλά και για τη σύνεσή του, ενώ ο Κολοκοτρώνης τον τιμούσε και τον αποκαλούσε πάντοτε «μπάρμπα» σε ένδειξη σεβασμού και ζητούσε τη γνώμη και τις συμβουλές του σε όλες τις κρίσιμες περιστάσεις.

Πήρε μέρος και σε όλους τους εμφυλίους και το 1825, όταν νικήθηκε η παράταξή του, φυλακίστηκε στην Ύδρα μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Δεληγιάννη, τον Θ. Γρίβα κ.ά. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ πασά, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τους αντικυβερνητικούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μητροπέτροβας, ο οποίος συνέχισε τον Αγώνα με την ορμητικότητα και τον ενθουσιασμό που διέθετε κατά την περίοδο της νιότης του. Στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Καποδίστρια ήταν με το μέρος των κυβερνητικών. Όταν όμως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε από την αντιβασιλεία (1834) ως στασιαστής, ο Μητροπέτροβας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, κήρυξε επανάσταση στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Τελικά αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στο Νεόκαστρο. Αν και ήταν αρχηγός και πρωταίτιος της στάσης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση μόνο 15 ετών. Εξαιτίας μάλιστα της προχωρημένης ηλικίας του και της λαμπρής διαγωγής του σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, του απονεμήθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε το 1836.

« O παλιός γερό-κλέφτης με όλα τα περασμένα χρόνια του (εβδομήντα και πάνω) κοντός, μαζεμένος, σκεβρωμένος μα όλος ψυχή αντρικία έγραψε κει πέρα (Βαλτέτσι) έπος που θα δοξάζει την Μεσσηνία στούς αιώνες, ορθός πολέμησε και για να μη χασομεράει του γέμιζαν ντουφέκια και του τα διναν τονα πίσω απο το άλλον.
Αυτός σημάδευε και έριχνε αδιάκοπα. Διάλεγε καβαλαραίους και δεν λάθευε κανέναν, είχε γκρεμίση οκτώ σ’ ένα γιουρούσι»

Ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς